«Λαός και Κολωνάκι».
Η αλλιώς η απόσταση από το φτωχικό γεύμα στο γιαπί έως την καμαριέρα που σερβίρει στην παραθαλάσσια βίλα. Οι ταξικές διαφορές απλώνονται στο πιάτο και «ξεπερνιούνται» σε ένα τσιμπούσι, λίγο πριν τους τίτλους τέλους.

Το άδειο πιάτο της ελληνικής ιστορίας δεν μας φέρνει στο νου μόνο τα «ξυπόλυτα τάγματα» της ναζιστικής κατοχής, αλλά και όλα κείνα τα ουτοπικά όνειρα που τέλειωσαν χωρίς να μας χορτάσουν.

Η κινηματογραφική ψευδαίσθηση αρνείται να κόψει τον ομφάλιο λώρο της μητρικής τροφής. Αναζητεί το ουδέποτε γυμνωμένο στήθος της γλυκοφιλούσας Ελένης Ζαφειρίου. Αφήνεται στο ζεστό πιάτο που απολαμβάνει ο κάθε «Αντωνάκης», θυμίζοντας πως για όσες επέλεξαν αλλιώς κάποιος, τελικά, «κρατάει μαχαίρι».

Ο φακός αιχμαλωτίζει με ασφυκτική εγγύτητα τις ηδονικές κινήσεις των χειλιών, τα δόντια που μπήγονται στη σάρκα ενός φρούτου. Ο σαρκοβόρος κινηματογραφικός έρωτας ντύνεται υπαινιγμούς, προσφέρεται γυμνός μέσα σε μια φούχτα ‘μύγδαλα.

Οι χοντρές του ελληνικού σινεμά τρώνε. Και «ψεύδονται και τρώνε». Βγάζουν γέλιο, μπορεί να είναι χαριτωμένες, αλλά ο γοητευτικός ζεν πρεμιέ ποτέ δεν είναι «για τα δόντια τους».

Ο κακός της ταινίας καταβροχθίζει με βουλιμία μακαρονάδες με κιμά, όπως καταβροχθίζει τον κόπο των εργατών του. Λερώνει με σάλτα τα ρούχα του, όπως λερώνει τα χέρια του με το αίμα της προδοσίας.

Το αίμα και το σώμα του ελληνικού σινεμά δεν καταναλίσκονται. Σερβίρονται σε τραπέζια γαμήλια χωρίς χαρά, σε μυστικούς δείπνους βουβούς, σε ξόδια, σε βακχείες. Δίνονται σα μετάληψη στους μυημένους της σκοτεινής αίθουσας.

Τι σημαίνει «ελληνικό» πριν τη λέξη σινεμά; Ένα πιάτο κεφτέδες που αντιστέκεται στη «μακαρονάδα με σάλτσα αντσούγια»; Ψιλό ψαράκι δίπλα στη θάλασσα, ρετσίνα σε χαμηλό ποτήρι; Η, ίσως, μια εκμαυλιστική μυρωδιά κανέλας που περνάει το Βόσπορο.