Αποφασίσαμε, τελικά, φέτος να κάνουμε μια έκθεση για το λιμάνι. Και ύστερα, αρχίσαμε να μετράμε τα τραγούδια που ξέραμε, τους στίχους των ποιητών, τα έργα των καλλιτεχνών, και είδαμε πως το μέτρημα δεν είχε τέλος.
Σκεφτήκαμε τις στιγμές που όλοι μας ζήσαμε, εγκλωβισμένοι σε ένα ενδεχόμενο αναχώρησης, επλίζοντας μια άνευ λόγου επιστροφή, τρέχοντας στο παράθυρο κάθε μέρα, όταν γύρω στις οκτώ ακούγεται το σφ΄θριγμα του πλοίου, θαρρείς και κάθε μέρα, γύρω στις οκτώ κάτι χαιρετάμε, κάτι περιμένουμε.
Και ήταν, τελικά, πάρα πολλά αυτά που θέλαμε να πούμε. Γιατί η Μυτιλήνη καμαρώνει, εργάζεται, φέγγει, πληγώνει, πληγώνεται και αναπνεέυει μέσα απ' το λιμάνι της. Κι εμείς μαζί.
Στιβαγμένοι, άνθρωποι, ιδέες και εμπορεύματα λίγο πριν σαλπάρουμε, κρύβοντας προσεχτικά στην τσέπη ένα εισητήριο απιστροφής.